Meaning of τραγόπαπας | Babel Free
/[tɾaˈɣopapas]/Ορισμοί
ιερέας που δεν τηρεί τις δεσμεύσεις που επιβάλλονται στο σχήμα του· ο παπάς που μεταφορικά έχει κέρατα τράγου όπως ο διάβολος
offensive
Παραδείγματα
“※ Ὀχτὼ τραγοπαπάδες ἔθαψαν τὴν γυναῖκα προχτὲς τοῦ Π. Θεωνᾶ καὶ ἀφοῦ ἐπληρώθηκαν ἄφησαν τὸ λείψανο μάρμαρο καὶ ἔφυγαν χωρὶς νὰ μένῃ κἀνένας νὰ τῆς ρίξῃ τὸ χῶμα. Ἔπειτα σοῦ λὲν: Σέβου τὸ ἱερατεῖον.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.