Meaning of τουφεκίσουν | Babel Free
Ορισμοί
- γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τουφεκίζω
- θα τουφεκίσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τουφεκίζω
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.