HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of Τουρκοχριστιανός | Babel Free

Noun CEFR C2

Ορισμοί

  1. χαρακτηρισμός για εκείνους τους Έλληνες τοπικούς άρχοντες, προεστούς, κατά την Τουρκοκρατία οι οποίοι μιμούνταν τους τρόπους των Τούρκων και φέρονταν σκληρά, ως πραγματικοί δυνάστες, στους ομόθρησκους / ομοεθνείς τους χωρικούς που είχαν υπό την εξουσία τους στο πλαίσιο της κοινοτικής διοίκησης
    dated
  2. χριστιανός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που φαινομενικά μόνο, για λόγους σκοπιμότητας ή από εξωτερική πίεση, ασπάστηκε τη μωαμεθανική θρησκεία^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) (θηλυκό Τουρκοχριστιανή)
  3. τουρκόφωνος ορθόδοξος χριστιανός^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) (θηλυκό Τουρκοχριστιανή)

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See Τουρκοχριστιανός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course