Meaning of Τουρκοχριστιανός | Babel Free
Ορισμοί
-
χαρακτηρισμός για εκείνους τους Έλληνες τοπικούς άρχοντες, προεστούς, κατά την Τουρκοκρατία οι οποίοι μιμούνταν τους τρόπους των Τούρκων και φέρονταν σκληρά, ως πραγματικοί δυνάστες, στους ομόθρησκους / ομοεθνείς τους χωρικούς που είχαν υπό την εξουσία τους στο πλαίσιο της κοινοτικής διοίκησης dated
- χριστιανός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που φαινομενικά μόνο, για λόγους σκοπιμότητας ή από εξωτερική πίεση, ασπάστηκε τη μωαμεθανική θρησκεία^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) (θηλυκό Τουρκοχριστιανή)
- τουρκόφωνος ορθόδοξος χριστιανός^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) (θηλυκό Τουρκοχριστιανή)
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.