HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τουρκομάχος | Babel Free

Noun CEFR C1
/tuɾ.koˈma.xos/

Ορισμοί

αυτός που πολεμά Τούρκους, κυρίως στην Ελληνική Επανάσταση του 1821

dated, formal

Παραδείγματα

“※ Κάστρα ολέθρου, βράχοι μακεδονίτες, / άπαρτο κάθε πέτρα μετερίζι· / μα οι τουρκομάχοι, πετροκαταλύτες. (Κωστής Παλαμάς, Η πολιτεία και η μοναξιά, 1912)”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τουρκομάχος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course