Meaning of τουμπαρισμένων | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του τουμπαρισμένος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του τουμπαρισμένος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του τουμπαρισμένος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.