HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τουλουπάνι | Babel Free

Noun CEFR B2

Ορισμοί

  1. κομμάτι ύφασμα με αραιή ύφανση που μπορεί και να χρησιμοποιηθεί ως φίλτρο για να στραγγίξει κάτι, π.χ. το τυρί
  2. τουλπάνι

Ισοδύναμα

English Cheesecloth

Παραδείγματα

“Εκείνος κρατούσε σφιχτά ένα τουλουπάνι και πασπάλιζε με θειάφι τις ξυλαγγουριές. (Γ. Μακριδάκης, Αντί Στεφάνου, 2015)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τουλουπάνι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course