Meaning of τορπιλοφόρος | Babel Free
Ορισμοί
αυτός που φέρει τορπίλη ή τορπίλες
Παραδείγματα
“τορπιλοφόρος σωλήνας (= τορπιλοσωλήνας)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.