Meaning of τορευτική | Babel Free
Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του τορευτικός accusative, feminine, nominative, singular, vocative
- αναφέρεται συνήθως στην τορευτική τέχνη, την τέχνη του να δίνει κανείς μορφή σε ανάγλυφο έργο, κυρίως σε μέταλλο
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.