Meaning of τοπιοτεχνημένος | Babel Free
Ορισμοί
μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος τοπιοτεχνώ: που έχει υποστεί τοπιοτέχνηση, δηλαδή μελετημένη διαμόρφωση και αισθητική οργάνωση ενός υπαίθριου χώρου —όπως κήπος, πάρκο ή αυλή— μέσω φυτεύσεων, δομικών στοιχείων και άλλων φυσικών ή τεχνητών υλικών, με στόχο τη λειτουργικότητα, την ομορφιά και την αρμονία με το περιβάλλον
idiomatic, rare
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.