Meaning of τοκογλύφος | Babel Free
/to.koˈɣli.fos/Ορισμοί
κάποιος που κατ’ επάγγελμα δανείζει παρανόμως χρήματα με πολύ υψηλό τόκο
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.