HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τοκογλύφος

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR C2 Specialized
to.koˈɣli.fos

Ορισμοί

κάποιος που κατ’ επάγγελμα δανείζει παρανόμως χρήματα με πολύ υψηλό τόκο

Ισοδύναμα

26 more languages

Παραδείγματα

“Ο τοκογλύφος του χρέωνε τεράστια επιτόκια.”

The loan shark charged him enormous interest rates.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τοκογλύφος σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free