Meaning of τιρζεπατίδη | Babel Free
Ορισμοί
φαρμακευτικό πεπτίδιο που ρυθμίζει το σάκχαρο και μειώνει την όρεξη, χρησιμοποιούμενο κυρίως για τον διαβήτη τύπου 2 και την παχυσαρκία
Ισοδύναμα
English
tirzepatide
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.