Meaning of τιμωρητικός | Babel Free
/ti.mo.ɾi.tiˈkos/Ορισμοί
- που έχει την τάση να τιμωρεί, να εκδικείται
- που αποσκοπεί στην τιμωρία
Παραδείγματα
“※ Μαζί με αυτή την «τιμωρητική» πρακτική, η οποία δεν διαχώρισε καν τους Κύπριους πολίτες-καταθέτες (όπως έκανε, σοφά, η Ισλανδία) από τους υπόλοιπους, ήρθαν και οι περιορισμοί στη μεταφορά κεφαλαίων. (Εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 31/3/2013)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.