Meaning of τιμωρημένος | Babel Free
Ορισμοί
που έχει τιμωρηθεί και παραμένει υπό καθεστώς τιμωρίας ή κάποιας ποινής η οποία συνήθως δεν έχει επιβληθεί από ποινικό δικαστήριο
Παραδείγματα
“Έμεινε τότες ο Θεοδόσιος άλλους οχτώ μήνες αφορισμένος και τιμωρημένος από τους εκκλησιαστικούς κανονισμούς, ώσπου Χριστούγεννα ανήμερα ξαναπήγε στην εκκλησιά και ξομολογήθηκε (Αργύρης Εφταλιώτης, Ιστορία της Ρωμιοσύνης, Αθήνα, Τυπογραφείο της Εστίας, 1901)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.