Meaning of τηλεφωνητής | Babel Free
Ορισμοί
- διεκπεραιωτής τηλεφωνικών συνδιαλέξεων
- συσκευή, μηχάνημα ή υπηρεσία που καταγράφει τηλεφωνικές κλήσεις ή μεταδίδει μέσω τηλεφώνου πληροφορίες
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Άφησε μήνυμα στον τηλεφωνητή σου.”
She left you a voicemail.
“θηλυκό: τηλεφωνήτρια”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.