Meaning of τηλεστερεοσκόπιο | Babel Free
Ορισμοί
συσκευή που εφαρμόζει την τεχνική της τηλεστερεοσκοπίας, η οποία αποτελείται συνήθως από έναν συνδυασμό κατόπτρων ή φακών, που τροποποιούν την κανονική αντίληψη του βάθους ενός παρατηρητή, αυξάνοντας την απόσταση μεταξύ των ματιών, κάτι που επιτρέπει την παρατήρηση αντικειμένων με ενισχυμένο βάθος
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.