HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τηλεσκοπικός | Babel Free

Adjective feminine CEFR C1
/ti.le.sko.piˈkos/

Ορισμοί

  1. σχετικός με το τηλεσκόπιο
  2. που είναι κατασκευασμένος από κυλινδρικά μέρη διαφορετικής διατομής κατά τρόπο ώστε το ένα μέρος να μπορεί να συμπτύσσεται μέσα στο άλλο και επομένως το μήκος του συνόλου να αυξομειώνεται

Παραδείγματα

“τηλεσκοπική κεραία”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τηλεσκοπικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course