Meaning of τηλεσκοπικός | Babel Free
/ti.le.sko.piˈkos/Ορισμοί
- σχετικός με το τηλεσκόπιο
- που είναι κατασκευασμένος από κυλινδρικά μέρη διαφορετικής διατομής κατά τρόπο ώστε το ένα μέρος να μπορεί να συμπτύσσεται μέσα στο άλλο και επομένως το μήκος του συνόλου να αυξομειώνεται
Παραδείγματα
“τηλεσκοπική κεραία”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.