Meaning of τηλεργασία | Babel Free
/ti.leɾ.ɣaˈsi.a/Ορισμοί
η εργασία για έναν εργοδότη ή έναν πελάτη που εκτελείται / γίνεται εκτός του παραδοσιακού εργασιακού χώρου (γραφείο, εταιρεία κ.λπ.), μέσω τηλεπικοινωνιακών μέσων και τεχνολογικών εργαλείων
neologism
Ισοδύναμα
English
Telecommuting
Παραδείγματα
“Η ελληνική κυβέρνηση θέσπισε νόμους, που καθορίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις εργοδοτών και εργαζομένων, όταν οι υπάλληλοι απασχολούνται με τηλεργασία.”
The Greek government has enacted laws that define the rights and obligations of employers and employees when employees are employed by telecommuting.
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.