Meaning of τηλεθέαση | Babel Free
/tileˈθeasi/Ορισμοί
- το να παρακολουθεί κάποιος τηλεοπτικά προγράμματα
- το σύνολο των τηλεθεατών που παρακολουθούν μια εκπομπή· συνήθως υπολογίζεται στατιστικά, σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο δείγμα μέτρησης το οποίο είναι αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού
Ισοδύναμα
English
viewership
Παραδείγματα
“Η εκπομπή συγκέντρωσε μεγάλη τηλεθέαση.”
The show had great ratings.
“άλλες μορφές: τηλεθεαματικότητα”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.