HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

τηλεθέαση

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
tileˈθeasi

Ορισμοί

  1. το να παρακολουθεί κάποιος τηλεοπτικά προγράμματα
  2. το σύνολο των τηλεθεατών που παρακολουθούν μια εκπομπή· συνήθως υπολογίζεται στατιστικά, σύμφωνα με ένα συγκεκριμένο δείγμα μέτρησης το οποίο είναι αντιπροσωπευτικό του πληθυσμού

Ισοδύναμα

8 more languages

Παραδείγματα

“Η εκπομπή συγκέντρωσε μεγάλη τηλεθέαση.”

The show had great ratings.

“άλλες μορφές: τηλεθεαματικότητα”

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη τηλεθέαση σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free