Meaning of τηλέμετρο | Babel Free
Ορισμοί
όργανο, που χρησιμοποιείται στη ναυσιπλοΐα, τοπογραφία κ.λπ., και με το οποίο μετρούμε (μεγάλες) αποστάσεις με διάφορες μεθόδους (ραδιοηλεκτρικές, ακουστικές κ.λπ.)
Ισοδύναμα
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.