Meaning of τζιτζιλόνι | Babel Free
Ορισμοί
-
μικρός σε μέγεθος γυάλινος λαμπερός (και ενίοτε χρωματιστός) βώλος με τον οποίο παίζαν τα παιδιά dated, familiar, vulgar
-
τζιτζί familiar, slang
Παραδείγματα
“Είχα ένα μαγαζάκι, δέκα τετραγωνικά / τόσος κόπος και μεράκι πήγε στράφι τελικά. / Ήταν σκέτο τζιτζιλόνι με εμπορεύματα εκλεκτά, / μα μου ήρθε η εφορία και μου έφυγε η μαγκιά.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.