Meaning of τζαμαρία | Babel Free
/d͡zamaˈɾia/Ορισμοί
- σύνολο τζαμιών σχετικά μεγάλης επιφάνειας που οριοθετεί έναν χώρο ή / και τον διαχωρίζει, τον προστατεύει, τον διακοσμεί κ.λπ.
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Τζαμαρίας
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Τζαμαρίας accusative, genitive, singular, vocative
-
ο χώρος τον οποίο περιβάλλουν τζαμαρίες figuratively
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.