Meaning of Τζαμάλα | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- μεγάλη υπαίθρια αποκριάτικη φωτιά που ανάβεται συλλογικά —κυρίως στην Ήπειρο— και γύρω από την οποία συγκεντρώνεται ο κόσμος για χορό και γλέντι, αποτελώντας στοιχείο τοπικού εθιμικού εορτασμού με συμβολισμό κοινοτικής σύναξης και εξαγνισμού
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.