Meaning of τεχνητή γλώσσα | Babel Free
/te.xniˈti ˈɣlo.sa/Ορισμοί
γλώσσα ειδικά κατασκευασμένη για συγκεκριμένη επικοινωνία, με αυστηρή διατύπωση, ώστε να αποφεύγονται οι ασάφειες της φυσικής γλώσσας της οποίας και είναι υποσύνολο
Παραδείγματα
“≈ συνώνυμα: τυπική γλώσσα”
“≠ αντώνυμα: φυσική γλώσσα”
“> υπερώνυμα: γλώσσα”
“< υπώνυμα: γλώσσα προγραμματισμού”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.