HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τετραχλωραιθυλένιο | Babel Free

Noun CEFR C2

Ορισμοί

ακόρεστη, άχρωμη και μη εύφλεκτη οργανική ένωση, με τύπο C₂Cl₄, χλωριωμένος διαλύτης που χρησιμοποιείται κυρίως για τον καθαρισμό ρούχων (στεγνό καθάρισμα) και ως απολιπαντικό σε βιομηχανικές διαδικασίες

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τετραχλωραιθυλένιο used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course