Meaning of τετραπυρολικός | Babel Free
Ορισμοί
χαρακτηρισμός χημικής ένωσης που φέρει στο μόριό της τέσσερις πυρολικούς δακτυλίους, (ή πυρολικούς πυρήνες)
Παραδείγματα
“τετραπυρολικά παράγωγα (π.χ. πορφυρίνες, φυκοβιλίνες, χλωρίνες, κορρίνες κ.ά., ή σύμπλοκα αυτών με μεταλλικά άλατα όπως οι αμίνες, χλωροφύλλες κ.ά.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.