Meaning of τετραπληγία | Babel Free
Ορισμοί
: πάθηση της άνω μοίρας της σπονδυλικής στήλης, συνηθέστερα από κάκωση, με συνέπεια την παράλυση των άνω και κάτω άκρων (χεριών και ποδιών)
Ισοδύναμα
English
tetraplegia
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.