Meaning of τετρακυκλικός | Babel Free
Ορισμοί
- : άνθος που αποτελείται από τέσσερα σπονδυλώματα ή κύκλους μορίων
- : χαρακτηρισμός χημικής ένωσης στο μόριο της οποίας φέρονται τέσσερις δακτύλιοι
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.