Meaning of τετρααρσενικό | Babel Free
Ορισμοί
: αλλότροπο του στοιχείου αρσενικό όπου παρουσιάζεται ως μόριο με τέσσερα άτομα σε τετραεδρική δομή και με χημικό τύπο As₄
Παραδείγματα
“το τετραρσενικό είναι περισσότερο γνωστό με το όνομα κίτρινο του αρσενικού.”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.