Meaning of τερατογόνος | Babel Free
/te.ɾa.toˈɣo.nos/Ορισμοί
- αυτός που γεννάει, παράγει τέρατα
- ουσία, παράγοντας που ενοχοποιείται για πρόκληση τερατογένεσης, δηλαδή που όταν εκτίθεται σε αυτόν ο μητρικός οργανισμός στην περίοδο της κύησης, τότε επηρεάζεται δυσμενώς το κύημα και μπορεί εκείνο να παρουσιάσει οργανικές ανωμαλίες
Ισοδύναμα
English
Teratogenic
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“τερατογόνα φάρμακα / έχει τερατογόνα δράση”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.