HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τερατογόνος | Babel Free

Adjective CEFR C1
/te.ɾa.toˈɣo.nos/

Ορισμοί

  1. αυτός που γεννάει, παράγει τέρατα
  2. ουσία, παράγοντας που ενοχοποιείται για πρόκληση τερατογένεσης, δηλαδή που όταν εκτίθεται σε αυτόν ο μητρικός οργανισμός στην περίοδο της κύησης, τότε επηρεάζεται δυσμενώς το κύημα και μπορεί εκείνο να παρουσιάσει οργανικές ανωμαλίες

Ισοδύναμα

English Teratogenic

Παραδείγματα

“→ χρειάζεται παράθεμα”
“τερατογόνα φάρμακα / έχει τερατογόνα δράση”

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τερατογόνος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course