Meaning of τεπέ | Babel Free
/teˈpe/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- άλλη μορφή του τεπές (στη σημασία: λόφος, κορυφή)
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του τεπές accusative, genitive, singular, vocative
Παραδείγματα
“το «Καρά Τεπέ» (ή Μαυροβούνι)”
“το «Πιλάφ Τεπέ» (η κορυφή του Παγγαίου)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.