Meaning of τελματώσει | Babel Free
Ορισμοί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος τελματώνω
- γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος τελματώνω
- θα τελματώσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος τελματώνω
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.