HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of τελειωτικότητα | Babel Free

Noun CEFR C2

Ορισμοί

η ιδιότητα ή η κατάσταση τού να είναι κάτι ολοκληρωμένο, περατωμένο ή να έχει φτάσει στο τέλος του

formal

Παραδείγματα

“※ Πάντως, κατά την άποψή μου το συγκεκριμένο νομικό δίλημμα ευχερώς αίρεται, αν ληφθεί υπόψη ότι η «τελειωτικότητα» ως ουσιώδες στοιχείο του επιτρεπτού της εκκαλούμενης δικαστικής απόφασης αποτελεί προέκταση της «οριστικότητας» της δικαστικής απόφασης, ώστε οι λοιποί περιορισμοί του άρθρου 513 §1 ΚΠολΔ (απόφαση, πρωτοβάθμιου οργανικά και λειτουργικά δικαστηρίου, οριστική διάγνωση της διαφοράς) να καταλαμβάνουν και την περίπτωση της συνεκδίκασης αγωγής-ανταγωγής, καθότι κι εκεί συμπληρώνεται – επαληθεύεται ο κανόνας του επιτρεπτού ασκήσεως έφεσης κατά οριστικών αποφάσεων, συνάμα δε, εισάγεται απόκλιση-εξαίρεση από την επιταγή τελικής διάγνωσης όλων των κεφαλαίων-κονδυλίων της δίκης. (Κωνσταντίνος Φωτόπουλος, Προϋποθέσεις επιτρεπτού άσκησης έφεσης σύμφωνα με το άρθρο 513 §1 ΚΠολΔ, Αθήνα 2019, σελ. 71:36.)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See τελειωτικότητα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course