Meaning of τεθλασμένος | Babel Free
/te.θlaˈzme.nos/Ορισμοί
- που έχει το σχήμα της τεθλασμένης, της γραμμής που αποτελείται από διαδοχικά ευθύγραμμα τμήματα που δεν ανήκουν στην ίδια ευθεία
-
για επιφάνεια της οποίας η τομή είναι μια τεθλασμένη γραμμή broadly
-
για οτιδήποτε μοιάζει, κυριολεκτικά ή μεταφορικά, με την τεθλασμένη γραμμή broadly
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.