Meaning of ταχύμετρο | Babel Free
/taˈçi.me.tro/Ορισμοί
- όργανο που μετρά και καταγράφει την ταχύτητα ενός οχήματος (καθώς και τα χιλιόμετρα που διανύθηκαν)
- όργανο που μετρά και καταγράφει την ταχύτητα περιστροφής ενός σώματος
- όργανο που μετρά την ταχύτητα των βλημάτων ενός όπλου, τόσο εντός της κάννη όσο και στον αέρα
- δρομόμετρο
- όργανο τοπογράφων με το οποίο αποτυπώνεται κατά πλάτος και καθ’ ύψος μια περιοχή
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: ταχόμετρο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.