ταχύμετρο
Ορισμοί
- όργανο που μετρά και καταγράφει την ταχύτητα ενός οχήματος (καθώς και τα χιλιόμετρα που διανύθηκαν)
- όργανο που μετρά και καταγράφει την ταχύτητα περιστροφής ενός σώματος
- όργανο που μετρά την ταχύτητα των βλημάτων ενός όπλου, τόσο εντός της κάννη όσο και στον αέρα
- δρομόμετρο
- όργανο τοπογράφων με το οποίο αποτυπώνεται κατά πλάτος και καθ’ ύψος μια περιοχή
Ισοδύναμα
29 more languages
Bosanskibrzinomjer
Catalàvelocímetre
Ελληνικάκοντέρ
Esperantorapidometro
Hrvatskibrzinomjer
Bahasa Indonesiatakometer
Íslenskahraðamælir
ქართულისპიდომეტრი
Қазақ тіліспидометр
한국어속도계
Македонскибрзиномер
မြန်မာမြန်နှုန်းပြကိရိယာ
Nederlandssnelheidsmeter
Portuguêsvelocímetro
Românăvitezometru
Русскийспидометр
Српскиbrzinomjer
Svenskahastighetsmätare
O'zbekchaspidometr
Tiếng Việttốc kế
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: ταχόμετρο”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free