Meaning of ταυτοποιημένος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει ταυτοποιηθεί, έχει εξακριβωθεί ότι κάτι όντως είναι αυτό που δηλώνεται ότι είναι
- ταυτοποιημένο δακτυλικό αποτύπωμα (ότι ανήκει στον τάδε) / ταυτοποιημένη διεύθυνση (εξακρίβωση ότι η διεύθυνση που αναφέρεται είναι όντως η ίδια π.χ. με της ταυτότητας ή του διαβατηρίου)
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.