Meaning of ταυροκαθάπτης | Babel Free
Ορισμοί
αυτός που ιππεύει ταύρους, ως μέρος αγωνίσματος με ταύρους (ταυροκαθάψια)
Παραδείγματα
“Ο ταυροκαθάπτης αποδίδεται σε ελεύθερη, στιγμιαία κίνηση, ακριβώς την ώρα του άλματος πάνω από τον ταύρο. (odysseus.culture.gr)”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.