HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ταπετσαρία

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR C2 Specialized
ta.pe.t͡saˈɾi.a

Ορισμοί

  1. ύφασμα, χαρτί ή άλλο υλικό, με το οποίο επενδύουν εσωτερικούς τοίχους, χώρους μέσα σε ένα όχημα κ.λπ.
  2. ύφασμα, δέρμα ή άλλο υλικό, με το οποίο επενδύουν έπιπλα

Ισοδύναμα

16 more languages

Παραδείγματα

“Άλλαξαν την ταπετσαρία στο σαλόνι.”

They changed the wallpaper in the living room.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ταπετσαρία σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free