Meaning of ταπετσαρία | Babel Free
/ta.pe.t͡saˈɾi.a/Ορισμοί
- ύφασμα, χαρτί ή άλλο υλικό, με το οποίο επενδύουν εσωτερικούς τοίχους, χώρους μέσα σε ένα όχημα κ.λπ.
- ύφασμα, δέρμα ή άλλο υλικό, με το οποίο επενδύουν έπιπλα
Ισοδύναμα
English
Wallpaper
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.