Meaning of ταξιδιωτικών | Babel Free
Ορισμοί
-
γενική πληθυντικού του ταξιδιωτικός genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, αρσενικού γένους του ταξιδιώτικος genitive, masculine, plural
-
γενική πληθυντικού του ταξιδιωτική genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, θηλυκού γένους του ταξιδιώτικος feminine, genitive, plural
-
γενική πληθυντικού του ταξιδιωτικό genitive, plural
-
γενική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του ταξιδιώτικος genitive, neuter, plural
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.