Meaning of ταξιδιάρικος | Babel Free
/ta.ksiˈðʝa.ɾi.kos/Ορισμοί
άλλη μορφή του ταξιδιάρης, με τρυφερότητα για άνθρωπο ή για καραβάκι, για αυτοκίνητο, για πουλάκι κ.λπ.
diminutive
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.