ταξίαρχος
Ορισμοί
- ανώτατος αξιωματικός του στρατού ξηράς με βαθμό ανώτερο του συνταγματάρχη και κατώτερο του υποστράτηγου. Συντομογραφία: τξχος ή ταξχος.
- ανδρικό επώνυμο
- ανώτατος αξιωματικός της πολεμικής αεροπορίας με βαθμό ανώτερο του σμηνάρχου και κατώτερο του υποπτεράρχου. Συντομογραφία: τξχος ή ταξχος.
- ανώτατος αξιωματικός της αστυνομίας με βαθμό ανώτερο του αστυνομικού διευθυντή και κατώτερο του υποστράτηγου αστυνομίας. Συντομογραφία: τξχος ή ταξχος.
Ισοδύναμα
Españolbrigadier
26 more languages
Afrikaansbrigadier
العربيةعميد
Bosanskibrigadni general
Češtinabrigádní generál
עבריתתת־אלוף
Hrvatskibrigadni general
Magyarbrigadéros
Bahasa Indonesiabrigadir
日本語准将
Қазақ тілібригадир
한국어준장
Bahasa Melayubrigedier
Nederlandsbrigadegeneraal
Polskibrygadier
Српскиbrigadni general
Türkçetuğgeneral
Українськабригадир
中文旅長
繁體中文旅長
Παραδείγματα
“Ο ταξίαρχος επιθεώρησε τα στρατεύματα στην παρέλαση.”
The brigadier inspected the troops at the parade.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free