Meaning of ταμπακιέρα | Babel Free
/ta.baˈce.ɾa/Ορισμοί
- μικρή μεταλλική ή δερμάτινη θήκη για τσιγάρα, τσιγαροθήκη
- σακουλάκι ή τσιγαροθήκη για την εύχρηστη μεταφορά καπνού
-
το κυρίως θέμα, το πιο ουσιώδες σε μια συζήτηση figuratively
-
θήκη για βίδες, καρφιά κ.λπ., είτε ξεχωριστή είτε ως μέρος εργαλειοθήκης^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) familiar, slang
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“Είπαμε για όλα τα άλλα αλλά για την ταμπακιέρα τίποτε.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.