Meaning of ταλιαρίζω | Babel Free
/ta.ʎaˈɾi.zo/Ορισμοί
- κόβω, κομματιάζω, τεμαχίζω
-
κόβω τα μικρά κλαδιά και φύλλα από μεγάλο κλαδί ή λεπτό κορμό δέντρου (αρχικά μόνο του ελαιόδεντρου) για να το χρησιμοποιήσω ως καυσόξυλο ή οτιδήποτε άλλο especially
-
κουράζω figuratively, idiomatic
-
νυστάζω, είμαι κομμένος απ' την κούραση ή η νύστα figuratively, idiomatic, intransitive
Παραδείγματα
“σημείωση: ιδιωματική λέξη των Μεγάρων Αττικής ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.