Meaning of τακτικότερος | Babel Free
Ορισμοί
- που χαρακτηρίζεται από περισσότερη ευταξία, τάξη, στην τακτοποίηση αντικειμένων ή λογαριασμών
- που συχνάζει κάπου σε πιο πυκνά διαστήματα από κάποιον άλλο
Παραδείγματα
“Η Μαρία είναι ακατάστατη, ο Κώστας κάπως τακτικός και ο Γιωργάκης μου δεν είναι τέλειος, αλλά σίγουρα τακτικότερος από τους άλλους δύο”
“Είναι τακτικοτερος στις πληρωμές του”
“Είναι τακτικότερος πελάτης”
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.