Meaning of σύγκορμος | Babel Free
/ˈsiŋˈɡoɾ.mos/Ορισμοί
- που έχει σχέση με ολόκληρο το κορμί, όλο το σώμα, ή το αφορά
-
που αφορά αυτό που συζητείται, καθολικά, στην ολότητά του figuratively
Παραδείγματα
“※ 1943 - ⌘ Ο Άγγελος Σικελιανός απαγγέλλει το ποίημα του «Ηχήστε οι σάλπιγγες» στην κηδεία του Παλαμά”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.