Meaning of σωματοτροπίνη | Babel Free
Ορισμοί
αυξητική ορμόνη (growth hormone – GH) που παράγεται από την υπόφυση και παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη του σώματος, ειδικά στα οστά και στους μυς ενώ συμμετέχει και στη ρύθμιση του μεταβολισμού, επηρεάζοντας την πρόληψη / χρήση λιπών, υδατανθράκων και πρωτεϊνών από τον οργανισμό
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.