HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of σχισματικός | Babel Free

Adjective CEFR C1

Ορισμοί

  1. που έχει σχέση με το σχίσμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
  2. που έχει αποσχιστεί από την επίσημη εκκλησία κι έχει καταδικαστεί εκκλησιαστικώς με συνοδική απόφαση
  3. υποστηρικτής του σχίσματος

Επίπεδο CEFR

C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See σχισματικός used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course