Meaning of σχισματικός | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει σχέση με το σχίσμα, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτό
- που έχει αποσχιστεί από την επίσημη εκκλησία κι έχει καταδικαστεί εκκλησιαστικώς με συνοδική απόφαση
- υποστηρικτής του σχίσματος
Επίπεδο CEFR
C1
Advanced
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.
This word is part of the CEFR C1 vocabulary — advanced level.