Meaning of σχιζοφρένεια | Babel Free
/[sçizoˈfɾeɲa]/Ορισμοί
- νευροψυχιατρική νόσος που χαρακτηρίζεται από διαταραχές στην αντίληψη της πραγματικότητας, παράδοξη συμπεριφορά κ.λπ.
-
άλογη ή παράλογη συμπεριφορά ή κατάσταση broadly
Ισοδύναμα
English
Schizophrenia
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.