Meaning of σχιζοειδής | Babel Free
/sçi.zo.iˈðis/Ορισμοί
- που έχει ψυχικά χαρακτηριστικά που εκδηλώνονται με τρόπο που δημιουργεί δυσκολίες στην κοινωνική προσαρμογή, χωρίς όμως τις διαταραχές της σχιζοφρένειας
-
που εκδηλώνει έντονες αντιφάσεις, παραλογισμό figuratively
Ισοδύναμα
English
Schizoid
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.