Meaning of σφουγγοκωλάριος | Babel Free
/sfuŋɡokoˈlaɾios/Ορισμοί
εκείνος που καθαρίζει τον πισινό των ισχυρών προσώπων απο τις βρωμιές που παράγουν και (κατ’ επέκταση) ο γλείφτης, ο χαμερπής, ο κόλακας, το καρφί, το τσιράκι, ο αχυράνθρωπος που εκπροσωπεί τα αφεντικά, το παιδί για όλες τις δουλειές, αλλά μόνον εκείνων που είναι ισχυροί ή πλούσιοι
offensive
Ισοδύναμα
English
brownnose
Παραδείγματα
“Φυσικά, έχει τους σφουγγοκωλάριούς του που ποτέ δεν του λένε όχι.”
Of course, he has his brown-nosers who never say no to him.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.