Meaning of σφουγγαρίστρα | Babel Free
Ορισμοί
- εργαλείο με το οποίο σφουγγαρίζουμε
-
γυναίκα (καθαρίστρια, παραδουλεύτρα) που έχει ως αντικείμενο δουλειάς το σφουγγάρισμα των δαπέδων dated
Ισοδύναμα
English
Mop
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.